Μεγάλες προσδοκίες και υπέρμετρος ενθουσιασμός

Black Holes and Revelations
Cyberpunk 2077

Οι προσδοκίες και η αδημονία για το επερχόμενο που αρχίζει να αχνοφαίνεται στον ορίζοντα είναι αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης φύσης. Ιδιαιτέρως στην εποχή του internet και της υπερπληροφόρησης, η διατήρηση μιας άποψης ‘αχρωμάτιστης‘, μοιάζει απίθανη. Όταν ο ανθρώπινος νους αφεθεί ελεύθερος να οραματιστεί, να φανταστεί και να πλάσει μια εικόνα για το άγνωστο, δεν περιορίζεται εύκολα. Συχνά, αυτή η δημιουργική ελευθερία μπορει να μετουσιωθεί σε διάφορες μορφές τέχνης με εξαιρετικά αποτελέσματα. Τι συμβαίνει όμως όταν το μυαλό καταπιάνεται με το έργο κάποιου άλλου? Ένα αναμενόμενο δημιούργημα πάνω στο οποίο δεν έχει καμία επιρροή?
Τότε, η απογοήτευση είναι μονόδρομος, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος. Καθώς, η φαντασία δίχως αλυσίδες θα ξεπερνά πάντα την πεπερασμένη ανθρώπινη υπόσταση.

Η γιγάντωση της gaming βιομηχανίας τα τελευταία 15 περίπου χρόνια έφερε θετικά και αρνητικά στοιχεία στο αγαπημένο μας ‘άθλημα‘. Όσο πιο δημοφιλές κι επικερδές είναι ένα αντικείμενο, τόσο μεγαλύτερη στήριξη θα έχει από τα μεγάλα κεφάλαια. Αντίστοιχα, είναι φυσικό να ανεβαίνει και το επίπεδο ποιότητας των παραγωγών.
Δε ζούμε όμως σε έναν ιδανικό κόσμο όπου οι εταιρείες βασίζονται καθαρά στην ποιότητα του προϊόντος τους για το κέρδος. Το κέρδος για πολυεθνικούς κολοσσούς δεν είναι ρίσκο, δεν είναι πιθανότητα κι ελπίδα. Είναι μια μαθηματικά υπολογισμένη εξέλιξη.

Night City Hype

cyberpunk-night-city

Οι μεγάλες εταιρείες που βρίσκονται πίσω από κάθε προϊόν που φτάνει στα ράφια μας έχουν τα μέσα και τη γνώση, χωρίς όμως τις αναστολές.

Γνωρίζουν, δηλαδή, ακριβώς τι θα επιφέρει το μέγιστο πιθανό κέρδος και θα το κάνουν, χωρίς να υπολογίζουν τον τρόπο με τον οποίο οι τακτικές αυτές θα επηρεάσουν το τελικό προϊόν και την τέχνη όσων το έφεραν στη ζωή. Το marketing αποτελεί πλέον επιστήμη την οποία αυτοί οι φορείς κατέχουν στον μέγιστο βαθμό. Αυτό που φαίνεται να μην έχει γίνει ακόμα ‘κτήμα’ τους, είναι η διαχείριση των προσδοκιών του αγοραστικού κοινού. Το γεγονός αυτό μπορεί να αποδοθεί είτε σε αδυναμία κατανόησης, είτε σε απροθυμία και αδιαφορία.

Συγκεκριμένα, στον κόσμο του gaming το 2021, οι προσδοκίες και το hype που προηγείται μιας κυκλοφορίας είναι κυριολεκτικά ανεξέλεγκτο. Κύρια έμπνευση πίσω από αυτό το κειμένο δεν είναι άλλη από το τελευταίο πόνημα της CDPR, Cyberpunk 2077 και η εκ νέου αναβολή κυκλοφορίας του next gen upgrade του.

Οι προσδοκίες που ακολουθούσαν το Cyberpunk μέχρι την ημέρα της, ομολογουμένως τραγικής, κυκλοφορίας του μόνο τυχαίες δεν ήταν. Η προώθηση του τίτλου από πλευράς CDPR ξεχείλιζε αυτοπεποίθηση, βασισμένη κυρίως στην αγάπη του κόσμου για το Witcher 3. Το Cyberpunk έφερε την ταμπέλα του ΄κλασικού΄ πριν καν τελειώσει η παραγωγή του, κερδίζοντας, μάλιστα, δεκάδες βραβεία.

Η καμπάνια προώθησης μιλούσε για ένα παιχνίδι που θα φέρει επανάσταση στον τρόπο με τον οποίον βιώνουμε ένα video game.

Απόλυτη ελευθερία εξερεύνησης, ο πιο ρεαλιστικός gaming κόσμος της ιστορίας, ανατρεπτικό narrative, γραφικά από το μέλλον, Keanu Reeves, ‘no, you’re breathtaking!‘ και άλλες γραφικότητες. Αντ’ αυτού, στις κονσόλες μας έφτασε μια μισοτελειωμένη μάζα από bugs και glitches και ένα παιχνίδι που είχε πάρει την επιτυχία του ως δεδομένη.

H φανέλα δεν κερδίζει μόνη της

Ωστόσο, το βασικό πρόβλημα με το Cyberpunk 2077 ήταν ο τρόπος με τον οποίον διαχειρίστηκε η CDPR το διάστημα μέχρι την κυκλοφορία του.

Το φουτουριστικό RPG ήταν καταδικασμένο εξ αρχής.

Ακόμη και αν όλα στη διαδικασία του development λειτουργούσαν σοβαρά, ταπεινά, με πλάνο και υγιή οργάνωση, το Cyberpunk μπορούσε μόνο να αποτύχει.

Ακόμη κι αν εν τέλει έπιανε ή ξεπερνούσε τα ύψη που έφτασε το Witcher 3, το τελικό game δεν θα μπορούσε ποτέ να πιάσει τις προσδοκίες των fans του. Μοναδική υπεύθυνος για το γεγονός αυτό είναι η ομάδα marketing και όσοι πήραν τις αποφάσεις για την προώθηση του τίτλου.

Όμως, τα μεγάλα λόγια και οι κενές υποσχέσεις πληρώνονται. Αυτό αποδείχθηκε περίτρανα με τις μετοχές της πολωνικής εταιρείας να βυθίζονται κατά 9,4% μετά τη δημοσιοποίηση των κριτικών του Metacritic.

Lost in Development

Kingdom Hearts III

Μια άλλη παγίδα της οποίας έπεσαν θύματα πολλοί τίτλοι τα τελευταία χρόνια είναι αυτή των πρόωρων ανακοινώσεων.

Με σκοπό να παραμείνουν ‘ορατοί’ στον κόσμο των social media και του περιορισμένου attention span του κοινού, πολλές εταιρείες βιάστηκαν.

Βιάστηκαν να ανακοινώσουν τίτλους των οποίων η κυκλοφορία δεν βρίσκοταν ακόμη ούτε στο πιο απομακρυσμένο κομμάτι του ορίζοντα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Square Enix και δυο από τα πιο επιτυχημένα έργα στο ‘οπλοστάσιό΄ της.
Ο λόγος φυσικά για τα Kingdom Hearts III και Final Fantasy VII Remake. Το πρώτο ανακοινώθηκε το μακρινό πλέον 2013, για να κυκλοφορήσει τελικά, μετά από αρκετές καθυστερήσεις το 2019.

Οποιοσδήποτε τίτλος μένει στο μυαλό των παικτών για τόσα χρόνια, αγγίζει μυθικά επίπεδα φαντασίας και απαιτήσεων. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για μια σειρά η οποία είχε να δει μεγάλη κυκλοφορία από το 2005! Το πάντρεμα των κόσμων του Final Fantasy και της Disney, προκαλεί την νοσταλγία της παιδικής μας ηλικίας και ήταν αναπόφευκτο να απογοητεύσει.

Μπορεί το τρίτο (κάτα κάποιον τρόπο) μέρος της ιστορίας του Sora και της παρέας του να μην είναι ένα κακό game, αλλά ήταν πλέον too little, too late για τους περισσότερους fans της σειράς.

Δαυίδ εναντίον Γολιάθ

game-trials

Στα χρόνια των keywords, των hashtags και των αλγορίθμων, οι υπεύθυνοι επικοινωνίας κάθε τίτλου οφείλουν να προσέχουν κάθε τους λέξη. Ένα memo το οποίο προφανώς δεν έλαβε ποτέ η ομάδα παραγωγής του απογοητευτικού Biomutant.

Το Biomutant είναι ένα open world action rpg με μια ‘καρτουνίστικη‘ αισθητική που έμοιαζε να αναμειγνύει τα adventure games που μας μεγάλωσαν την εποχή του PS2, με τον κόσμο των σύγχρονων open world games. Ένας εκρηκτικός συνδυασμός που τράβηξε την προσοχή των gamers που περίμεναν με ανυπομονησία το έργο της THQ Nordic.

Το μεγαλύτερο ατόπημα στο οποίο υπέπεσε η ομάδα του Biomutant, ήταν το αλόγιστο namedropping στο οποίο αναλώθηκαν στις συνεντεύξεις τους.

Τα Legend of Zelda, Devil May Cry και Ratchet & Clank αποτελούν κάποια από τα πιο αναγνωρίσιμα franchises της ιστορίας.

Τι κοινό έχουν όλα αυτά με το Biomutant?

..

Αν απάντησες τίποτα απολύτως, συγχαρητήρια!

Όταν ηγείσαι μιας μικρής και σχετικά άπειρης ομάδα, δεν μπορείς να βάζεις τον εαυτό σου στο ίδιο γήπεδο με κολοσσούς, καθώς δημιουργείς αχρείαστα μια κατάσταση Δαυίδ και Γολιάθ.

Μόνο που στη σύγχρονη εποχή, οπού τα γραπτά όχι απλώς μένουν, αλλά διαδίδονται σε κατακερματισμένες, out of context προτάσεις σε δευτερόλεπτα, ο Δαυίδ δεν έχει καμία τύχη.

Επομένως, ακόμη κι αν το Biomutant ήταν ένα έστω μέτριο παιχνίδι, θα είχε τοποθετηθεί σε μια άνιση μάχη, με αποτέλεσμα να χάσει ΄πόντους’ στα μάτια των πιθανών αγοραστών.

Εν κατακλείδι, για να χαρακτηριστεί μια διαφημιστική καμπάνια επιτυχημένη, οφείλει να πετύχει μια πολύ λεπτή γραμμή ισορροπίας. Το marketing ενός τίτλου πρέπει να βρει τη χρυσή τομή μεταξύ αφάνειας και έπαρσης. Κάτι το οποίο όπως αποδεικνύεται μόνο εύκολο δεν είναι.

Γιατί μπορεί η εμπορική προώθηση ενός προϊόντος να είναι επιστήμη όπως είπαμε, αλλά η διαχείρηση των προσδοκιών του κοινού είναι τέχνη.

Η τέχνη δεν μετριέται και δεν προβλέπεται.

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
error: Naughty! No copying!!